Home ~ Νέα ~

Επιστροφή στις «ρίζες» μας…

Επιστροφή στις «ρίζες» μας…

8 Jun 2011

κατηγορία Νέα

Επιστροφή στις «ρίζες» μας θα μπορούσε να χαρακτηριστεί η στροφή προς την κατανάλωση βιολογικών προϊόντων που αυξάνεται αλματωδώς σε όλες τις αναπτυγμένες χώρες του κόσμου.

Μετά  από τις πολλαπλές διατροφικές κρίσεις, και την επιβάρυνση των αγροτικών προϊόντων από φυτοφάρμακα και ορμόνες οι καταναλωτές εμφανίζονται διατεθειμένοι να πληρώσουν πολύ περισσότερα χρήματα για «αγνά» προϊόντα.  Η νέα πραγματικότητα κάνει αισθητή την παρουσία της και οι μεγάλες εταιρίες τροφίμων, σπεύδουν τώρα να αποκτήσουν μερίδιο αυτής της γοργά αναπτυσσόμενης  αγοράς. Ήδη εταιρίες όπως η McDonald’s στις ΗΠΑ, επεξεργάζονται τις καινούργιες καταναλωτικές προτιμήσεις και εισάγουν σε εστιατόρια τους στην Αμερική, καφέ που προέρχεται από βιολογική φυτεία ενώ έχουν ήδη λανσάρει βιολογικό γάλα σε εστιατόριά τους στην Σουηδία, τη Γερμανία και την Αγγλία. Και φυσικά δεν είναι η μόνη. Διότι ο ετήσιος ρυθμός αύξησης των πωλήσεων  στον  κλάδο βιολογικών τροφίμων ξεπερνά το 20% (σε αντίθεση με αυτή των συνηθισμένων τροφίμων που κυμαίνεται ανάμεσα στο 1-2%). Η αγορά βέβαια βρίσκεται στα σπάργανα αν σκεφτεί κανείς ότι ο τζίρος του κλάδου βιολογικών τροφίμων στις ΗΠΑ αγγίζει τα $12 δις ενώ ο συνολικός κλάδος τροφίμων ξεπερνά τα $500 δις.  Στην Ελλάδα, καταναλώθηκαν διπλάσιες ποσότητες βιολογικών προϊόντων το 2003 σε σχέση με το  2002 με τις πωλήσεις να φτάνουν τα 20 εκατομμύρια ευρώ ή 4% της αγοράς τροφίμων,  ενώ σύμφωνα με εκτιμήσεις λιανέμπορων το 2005 το ποσοστό αυτό ενδέχεται να ξεπεράσει το 10%.  Επιπλέον, στα κράτη της ΕΕ ο τζίρος των βιολογικών προϊόντων άγγιξε το 2003 τα 11 δις ευρώ. Συγκεκριμένα η αγορά των βιολογικών προϊόντων αγγίζει τα 3 δις ευρώ στην Γερμανία (2% του κλάδου τροφίμων),  το 1,7 δις ευρώ στην Βρετανία (1,8% του κλάδου τροφίμων),  και το 1,3 δις ευρώ στη Γαλλία (1,3% του κλάδου τροφίμων) (στοιχεία του ΟΟΣΑ) Η  Ιταλία με τζίρο 1 δις ευρώ το 2003, κατέχει την πρωτιά στον αριθμό παραγωγών βιολογικών προϊόντων με περισσότερο από 44,000 παραγωγούς (33% του συνόλου των παραγωγών της ΕΕ – 15) αλλά και τις περισσότερες εκτάσεις βιολογικών προϊόντων με 12 εκ στρέμματα που αναλογούν  στο 25% των βιολογικών εκτάσεων της ΕΕ-15. Στην Ελλάδα οι παραγωγοί βιολογικής γεωργίας φτάνουν τους 6,500 και η καλλιεργούμενη έκταση είναι περίπου  410,000 στρέμματα. Από επαφές που είχα με υπηρεσιακούς παράγοντες της νομαρχιακής αυτοδιοίκησης αλλά και του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης φαίνεται ότι για το 2005 η αύξηση της βιολογικής καλλιέργειας αναμένεται πολύ μεγαλύτερη από ότι συνήθως καθώς υπάρχει μεγάλη ζήτηση για τις ζωοτροφές και το ελαιόλαδο. Είναι βέβαιον ότι η βιολογική γεωργία και κτηνοτροφία δεν θα υποκαταστήσουν  τη συμβατική, αλλά για την Ελλάδα (και ειδικότερα για τη Μεσσηνία) η βιολογική παραγωγή αποτελεί την ευκαιρία για ακριβότερα τυποποιημένα και επώνυμα προϊόντα με απήχηση σε ένα ολοένα αυξανόμενο καταναλωτικό κοινό. Σήμερα, οι βιολογικές καλλιέργειες  αναλογούν στο 1,5% της ελληνικής παραγωγής. Ο Υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης υπογράμμισε τη σημασία στήριξης αυτής της παραγωγής δηλώνοντας στις 9.11.05 πως:  «υιοθετήθηκαν μια σειρά από μέτρα όπως τα σχέδια ανάπτυξης κατά περιφέρεια για την ολοκληρωμένη και βιώσιμη ανάπτυξη περιοχών που έχουν τις κατάλληλες προϋποθέσεις να αναπτύξουν τη βιολογική γεωργία, που θα δίνουν κίνητρα για τη σύσταση μονάδων μεταποίησης από ομάδες παραγωγών, που καθορίζουν πρότυπα για την άσκηση βιολογικών μεθόδων παραγωγής, ενισχύουν την επιμόρφωση και ενημέρωση αγροτών και γεωπόνων συμβούλων για τη βιολογική καλλιέργεια κ.α.» Ο αυστηρός έλεγχος και η πιστοποίηση σε όλα τα στάδια παραγωγής έχουν πρωταρχική σημασία διότι όσο περισσότερο δημοφιλή γίνονται τα βιολογικά προϊόντα και όσο περισσότερες μεγάλες εταιρίες στραφούν στη διακίνηση των προϊόντων αυτών, θα δημιουργούνται πιέσεις για την ελαστικοποίηση των προϋποθέσεων που απαιτούνται για να χαρακτηριστούν ως βιολογικά. Η διαμάχη αυτή ήδη έχει ξεσπάσει στις ΗΠΑ.  Εδώ και αρκετά χρόνια, οι κυβερνήσεις ενεθάρρυναν την ανάγκη απόκτησης ταυτότητας και πιστοποίησης των μεσογειακών προϊόντων. Η στροφή αυτή κρίθηκε αναγκαία αφού οι συμφωνίες στον ΠΟΕ οδηγούν στην κατάργηση των επιδοτήσεων που στρεβλώνουν τον ανταγωνισμό ώστε να επιτραπεί και στις τρίτες χώρες να διακινήσουν τα δικά τους (φθηνότερα) προϊόντα. Ήδη στη νέα ΚΑΠ αποδεσμεύεται η επιδότηση από την παραγωγή ενώ η μάχη για τη διαιώνιση των αγροτικών επιδοτήσεων κορυφώνεται στην ΕΕ.  Στη Μεσσηνία οι κλιματολογικές και εδαφολογικές συνθήκες ευνοούν την ανάπτυξη της βιολογικής παραγωγής. Υπάρχουν ορεινές, ημιορεινές και μειονεκτικές περιοχές όπου οι εχθροί των καλλιεργειών – όπως ο δάκος κα- δεν υπάρχουν. Στη Μεσσηνία έχουμε 700 παραγωγούς βιολογικής καλλιέργειας με γύρω στα 22.500 με 23.000 στρέμματα εκ των οποίων το 80% είναι η ελιά και το ελαιόλαδο. Υπάρχουν 400 στρέμματα αμπέλι, 300 στρέμματα συκιές, και 50 στρέμματα κορινθιακής σταφίδας καθώς και μικρές ποσότητες από κηπευτικά και εσπεριδοειδή. Ειδικότερα το ελαιόλαδο αποτελεί το πιο δημοφιλές βιολογικό προϊόν στην διεθνή αγορά και έχει ακριβότερη τιμή. Όμως και η ολοκληρωμένη διαχείριση που εφαρμόζεται από πολλούς Μεσσήνιους αγρότες και που εξασφαλίζει την πιστοποίηση σε κάθε στάδιο παραγωγής θα  ενισχυθεί σημαντικά (μέχρι τα τέλη Δεκεμβρίου)  από το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης.  Τελικά είναι η αγορά, τα θέλω των καταναλωτών που θα μας δώσουν το κίνητρο για τις αλλαγές στην αγροτική παραγωγή. Η Μεσσηνία έχει την ευκαιρία να είναι πρωτοπόρα στη νέα διεθνή πραγματικότητα που τώρα αναπτύσσεται. Εάν θέλουμε να περάσουμε από τα λόγια στην πράξη, πρέπει να εστιάσουμε τις προσπάθειές μας εκεί όπου υπάρχουν οι νέες ευκαιρίες. Εκεί όπου οι αγρότες μας θα μπορούν πραγματικά να αποκτήσουν μέλλον και προοπτική για τα προϊόντα τους.”

Αφήστε το σχόλιό σας

Copyright © 2011 Το Εκλεκτόν. All rights reserved.